«Πικρούτσικα-πικρούτσικα» και «Σκίτσο ενός καλοκαιριού» Αναγνώσεις Ιουνίου

Τον πρώτο μήνα του καλοκαιριού ταξίδεψα στην Τεργέστη του 19ου αιώνα, στην Ανατολική Γερμανία το 1985 και στην Ελλάδα του χθες και του σήμερα μέσα από τα μονοπάτια της μνήμης. Με τα «Τζάκομο Τζόις»,«Σκίτσο ενός καλοκαιριού» και «Πικρούτσικα-Πικρούτσικα» αντίστοιχα. Επειδή το «Τζάκομο» είναι ένα ξεχωριστό βιβλίο, από εκείνα που δεν τελειώνουν με μία ανάγνωση και στα οποία επιστρέφεις ξανά και ξανά, βρήκε εδώ τη θέση που του αξίζει.

«Πικρούτσικα – Πικρούτσικα», Θάνος Κάππας, Εκδόσεις Εστία, 2015

Συνάντησα αυτό το βιβλίο στη Δανειστική. Το είδα μακριά πάνω σε ένα σταντ να γέρνει ελαφρά με τον βασιλικό του σαν να με καλούσε (Έχει κάτι το μεταφυσικό η βιβλιοθήκη). Όντως με καλούσε, μου το επιβεβαίωσε η ανάγνωσή του. Μικρά, λιτά, αυτοβιογραφικά, αυτοτελή -μα συνδεόμενα αναμεταξύ τους- κείμενα συνθέτουν την πρώτη αφηγηματική συλλογή του Θ. Κάππα. Γραμμένα με ευαισθησία και βαθιά γνώση της γλώσσας, απεικονίζουν τη στιγμή που «στήνεται ένας καθρέφτης να κοιτάξεις. Ποιος είσαι. Ποια τα ζητούμενα και ποια η γεύση της ζωής». Το βαθύτερο θέμα τους μπορεί να συνοψιστεί σε αυτό που λέει ο Κίρκεγκωρ: «Η ζωή μπορεί να γίνει κατανοητή μόνο πηγαίνοντας προς τα πίσω ∙ το πρόβλημα είναι ότι βιώνεται προς τα εμπρός».

Ποιος είναι, λοιπόν, ο συγγραφέας (ο καθένας άλλωστε); Είναι το παρελθόν του, όσα ένιωσε για όσα έζησε, όσα το συναίσθημα κι η απόσταση του χρόνου ανακαλούν, εξωραΐζουν, απωθούν, συγχέουν με το όνειρο. Είναι οι αναμνήσεις από την παιδική και νεανική ηλικία (που εγγράφονται στη μνήμη σαν Polaroid), οι άνθρωποι που αγάπησε, οι τόποι που τον «αγκάλιασαν», οι ανεπαίσθητες λεπτομέρειες «εικόνες, χειρονομίες, εκφράσεις, μυρωδιές και ήχοι» που του εντυπώθηκαν.

Μέσα από το πρίσμα του παρόντος, όμως, το παρελθόν είναι ένας κόσμος που πλέον δεν υπάρχει, «ο ήχος μιας δυνατότητας που πέρασε ξυστά» ∙ σε μια χώρα «υπό διαρκή σωτηρία και μόνιμη κατάρρευση» οι άνθρωποι χάνονται, οι τόποι αλλάζουν, τίποτα δεν θυμίζει όσα πρωτοαγάπησε. Ποια τα ζητούμενα; «Κάθε στιγμή που η θωράκιση υποχωρεί, οι άνθρωποι συγκλίνουν κι ο κόσμος γίνεται λιγότερο ασυνάρτητος». Ποια η γεύση της ζωής; Σε μία από τις πρώτες αναμνήσεις από την παιδική του ηλικία, θυμάται τη γιαγιά του να τρώει ραδίκια και να μονολογεί «πικρούτσικα –πικρούτσικα».

Με τα αφηγήματά του, ο Θ. Κάππας σαν να μας λέει ότι δεν έχει σημασία η γεύση της, η ζωή είναι ό,τι έχουμε και δεν έχουμε. Με λόγο φρέσκο και διαυγή, πραγματικά κατορθώνει να αποτυπώσει με το βλέμμα του τις αξίες και της ποιότητες μίας ολόκληρης εποχής (από τη δεκαετία του ‘70 έως σήμερα). Παρόλο που μιλάει για τον εαυτό του, νιώθεις ότι μιλάει και για σένα, βρίσκεις και δικά σου κομμάτια μέσα στα αφηγήματά του, που αν και «Πικρούτσικα», σε συγκινούν και  σε γλυκαίνουν.

(Κάποια από τα κείμενα του βιβλίου βρίσκονται στο προσωπικό ιστολόγιο του συγγραφέα)

υ.γ. Ακούγεται ο αγαπημένος μου δρόμος

skitso-kalokairou

Σκίτσο ενός καλοκαιριού, André Kubiczek, Εκδόσεις Κριτική, 2017

Πρώτη μου γνωριμία με τον Α. Κubiczek (1969),ο οποίος σκιτσάρει το πορτρέτο μιας παρέας εφήβων κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού του 1985. Με αφηγητή τον δεκαεξάχρονο Ρενέ, που για δύο ολόκληρους μήνες μένει μόνος στο σπίτι, παρακολουθούμε τις υπαρξιακές αναζητήσεις και την καθημερινότητα του ίδιου και των φίλων του, στην Ανατολική Γερμανία, πριν την κατάρρευση του τείχους του Βερολίνου. Όπως και τους ακολουθούμε στις ακούραστες διαδρομές τους στους δρόμους, τις πλατείες, τα στέκια του Πότσνταμ (τόπος καταγωγής του συγγραφέα) αυτό το αλλιώτικο καλοκαίρι, που το τέλος του σηματοδοτεί το πέρασμα στον κόσμο των ενηλίκων.

Η αφήγηση και οι χαρακτήρες των ηρώων διαθέτουν όλα τα γνωρίσματα της εφηβικής ηλικίας: ο αφηγητής μιλάει στους αναγνώστες με χιούμορ, κυκλοθυμία, ένταση, κι οι ήρωες είναι «παντογνώστες», εκκεντρικοί, εσωστρεφείς, αντιδραστικοί, επιρρεπείς, αμφισβητούν τα πάντα, μέσα σε γέλια, θυμούς και δάκρυα (χωρίς να φτάνουν σε ακρότητες). Δεν υπάρχει πλοκή ή κάποια κορύφωση, μόνο οι  πρωταγωνιστές της κάθε μέρας: η φιλία -με τη γενναιοδωρία και τις κόντρες της-,οι πρώτοι έρωτες -με τις παρερμηνείες και τις υπερβολές τους-, η μουσική και τα βιβλία.

Για την ακρίβεια, είναι πολλές και απολαυστικές οι αναφορές στη μουσική και τη λογοτεχνία, ώστε αναδεικνύεται η σπουδαιότητα του ρόλου τους στη διάπλαση της προσωπικότητας του ανθρώπου. Για τους ήρωες – ιδιαίτερα για τον Ρενέ, ο οποίος βιώνει την απώλεια της μητέρας του- είναι το στήριγμα, το καταφύγιο, η παρηγοριά τους. Το βιβλίο του Κubiczek έχει το δικό του soundtrack, στίχους και τραγούδια παντού. Και υπό τον εκκωφαντικό ήχο της μουσικής της δεκαετίας του ’80, παρελαύνουν οι Μποντλέρ, Μπρεχτ, Μίλερ, κ.α.

Ξεχώρισα την σκηνή, όπου ένας μόνο από την παρέα προλαβαίνει να αγοράσει το μοναδικό αντίτυπο του (απαγορευμένου μέχρι πρότινος) βιβλίου του Μποντλέρ∙ οι υπόλοιποι τσαντίζονται, μετά, όμως, κάθονται με τις ώρες κι αντιγράφουν τα ποιήματα στα σημειωματάριά τους, με τα «καλοακονισμένα» τους μολύβια. Επειδή, «τα βιβλία μπορούν να αναποδογυρίσουν τη ζωή μας, το εννοώ με την καλή έννοια. Να το πω κι αλλιώς; Να την αναποδογυρίσουν και να την ξαναναποδογυρίσουν, έτσι ώστε στο τέλος να σταθεί στα πόδια της».

Σε κάποια σημεία η αφήγηση δεν πείθει ότι γίνεται από έφηβο και ίσως η αναφορά πλήθους ονομάτων (οδών, μαγαζιών, κ.τ.λ.), να κουράσει τον αναγνώστη που δε γνωρίζει το Πότσνταμ. (Σε βιβλία, όπως αυτό, -που σε ξεναγούν στα μέρη, όπου εκτυλίσσονται- με βοηθάει να τα βρίσκω στο Google Earth). Ωστόσο, το «Σκίτσο» διαβάζεται ευχάριστα, νοσταλγικά, κάνοντας αναγωγές στον εφηβικό σου εαυτό και δε γίνεται να μη σου καρφωθεί στο μυαλό κάποιο τραγούδι από όσα «ακούς», διαβάζοντας το: «Memories, burning gold memories/gold of day memories changed me in these times/someone, somewhere in summertime.»

 

(Visited 561 times, 2 visits today)

Leave A Comment

Your email address will not be published. Required fields are marked *