«Τα πλούτη μας» και «Οι Καλοί» Αναγνώσεις Φεβρουαρίου

Άλλος ένας χειμώνας έφτασε στο τέλος του κι ο Φεβρουάριος του είχε πολλά ταξίδια. Μετά το «Φθινόπωρο» και τις αναφορές του στην «Τρικυμία» μου γεννήθηκε η επιθυμία να ξαναδιαβάσω, μετά από χρόνια, αυτό το σπουδαίο έργο του Σαίξπηρ. Ύστερα, ταξίδεψα στην Αλγερία του χθες και του σήμερα με «Τα πλούτη μας», στο παρηκμασμένο Βερολίνο του Μεσοπολέμου με το «Στο χείλος της αβύσσου» και στην Ιρλανδία του 19ου αιώνα με το «Οι Καλοί».

 «Τα πλούτη μας », Καουτέρ Αντιμί, Μετάφραση: Ε. Κορομηλά, Εκδόσεις Πόλις, 2018

«Μόλις φτάσετε στο Αλγέρι, θα πρέπει να πάρετε τους ανηφορικούς δρόμους, να τους ανεβείτε και μετά να τους κατεβείτε. Θα πάτε στην Ντιντούς Μουράντ με τα αμέτρητα σοκάκια να την κόβουν κάθετα σαν εκατοντάδες ιστορίες […] Εσείς θα πάρετε τα σοκάκια που βρίσκονται κατάντικρυ στον ήλιο. Ώσπου να φτάσετε στην οδό Χαμανί, την πρώην οδό Σαρράς.» Έτσι ξεκινάνε «Τα πλούτη μας», με την Αντιμί να μας υποδεικνύει ποια διαδρομή θα πρέπει να ακολουθήσουμε, μέσα από τους δαιδαλώδεις δρόμους του Αλγερίου, μέχρι να φτάσουμε μπροστά σε μία βιτρίνα με την επιγραφή: «Ένας άνθρωπος που διαβάζει αξίζει για δύο». Θα σταθούμε εκεί όπου βρίσκεται το βιβλιοπωλείο «Τα Αληθινά Πλούτη» που ίδρυσε το 1936, ο Έντμον Σαρλό και θα την ακούσουμε να μας διηγείται τη συναρπαστική ιστορία του.

Η Αντιμί (1986), με αυτό το ευφυές, τρυφερό, γλυκόπικρο, ηχηρά όμορφο μυθιστόρημα συνθέτει το πορτρέτο αυτού του εμπνευσμένου κι ακούραστου ανθρώπου και παράλληλα το πορτρέτο της Αλγερίας του χθες και του σήμερα. Ο Έντμον Σαρλό, επιστρέφοντας από το Παρίσι στη γενέτειρά του, σε ηλικία είκοσι ένα χρονών, αφιερώθηκε με πρωτοφανή αυταπάρνηση στο όραμά του: να δημιουργήσει έναν τόπο συνάντησης κι ανάγνωσης «συγγραφέων κι αναγνωστών από όλες τις χώρες της Μεσογείου, χωρίς διακρίσεις γλώσσας και θρησκείας». Η τιτάνια προσπάθεια του να δημιουργήσει βιβλιοπωλείο/δανειστική βιβλιοθήκη/εκδοτικό οίκο δε θα μπορούσε να μείνει ανεπηρέαστη από τα συνταρακτικά ιστορικά γεγονότα που έλαβαν χώρα στην Αλγερία από το 1930 έως το 1961.

Στο σήμερα, το βιβλιοπωλείο λειτουργεί ακόμα ως παράρτημα της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Αλγερίας, στα «πλούτη μας», όμως, πωλείται από το κράτος σε έναν βιομήχανο για να το μετατρέψει σε κατάστημα για λουκουμάδες. Γι’ αυτό στέλνει τον εικοσάχρονο Ρυάντ, με την εντολή να το αδειάσει και να πετάξει τα βιβλία. Το κλείσιμό του δυσανασχετεί τους κατοίκους της πόλης και ιδιαίτερα τον ηλικιωμένο Αμπνταλλά, τον φύλακα/υπάλληλο που η ύπαρξη του συνδέεται μοιραία με τα «Αληθινά Πλούτη».

Με απλότητα, ευαισθησία, διαύγεια, ευρηματικότητα η Αντιμί επινοεί το προσωπικό ημερολόγιο του Σαρλό και εναλλάσσοντας την αφήγηση μάς μεταφέρει σε διαφορετικές κοινωνικές και χρονικές πραγματικότητες που αλληλοσυνδέονται. Από τη μία παρακολουθούμε μέσα από τις σημειώσεις του με πόσο κόπο και αγάπη δημιούργησε το βιβλιοπωλείο στο παρελθόν, σε δύσκολους καιρούς κι υπό δυσχερείς συνθήκες, και από την άλλη με πόση αδιαφορία καταστρέφεται από τον Ρυάντ στο παρόν προς όφελος κερδοσκοπικών επιδιώξεων. Συγχρόνως, μία φωνή στο α’ πρόσωπο πληθυντικού ξετυλίγει την ιστορία της Αλγερίας και τους αιματηρούς αγώνες της για την Ανεξαρτησία. Αυτό το «εμείς» της αφήγησης εκφράζει τη συλλογικότητα, τη γειτονιά, τον αλγερινό λαό και μαζί με τις ιστορίες του Σαρλό, του Αμπνταλλά και του Ρυάντ, το κείμενο αποπνέει εξαιρετική ένταση, πάθος και δυναμισμό.

«Τα πλούτη μας» κρύβουν/φανερώνουν έναν αστείρευτο πλούτο ιδεών, συναισθημάτων  κι εικόνων, είναι μία υπέροχη, στοχαστική περιήγηση στο πολύβουο, πολύχρωμο, πολύπαθο Αλγέρι και τους ανθρώπους του. Η Αντιμί παραλληλίζει εξαιρετικά την εντυπωσιακή περιπέτεια του Σαρλό με τις τραγικές περιπέτειες της χώρας του. Παράλληλα, αναβιώνει τη μνήμη του κι αποτείνει φόρο τιμής σε αυτόν τον βιβλιοπώλη/εκδότη/ διορατικό «εργάτη» της Λογοτεχνίας που ανακάλυψε κι έδωσε φωνή σε κορυφαίους συγγραφείς του 20ου αιώνα. Στον πρώτο εκδότη του Αλμπέρ Καμύ, τον άνθρωπο που ενθουσιάστηκε, απογοητεύτηκε, πάλεψε, που θορύβησε με την παρουσία του τους μεγάλους εκδοτικούς οίκους της Γαλλίας. Φυλακίστηκε, αγωνιούσε να βρει χαρτί να τυπώσει τα βιβλία του, αλλά άντεξε και κρατήθηκε όρθιος στα μπουρίνια, χωρίς να παραπονιέται για τις ατυχίες και τις αδικίες.

Η ανάγνωση κυλάει σαν το νερό, συγκινητική και φορτισμένη, γλυκαίνεσαι, νοσταλγείς, συλλογίζεσαι. Προπαντός χαίρεσαι πολύ που η Αντιμί, νέα συγγραφέας και νέος άνθρωπος, άντλησε έμπνευση από την Ιστορία της χώρας της κι έγραψε ένα αφυπνιστικό, πολύτιμο βιβλίο για τη μνήμη, τις συλλογικές προσπάθειες, την ανθρωπιά, το όραμα, την αγάπη για τη Λογοτεχνία, για το «εμείς» που νικάει το «εγώ», για όσα αποτελούν τα πραγματικά μας πλούτη.

υ.γ. Efface tes larmes, mon beau pays

τα_πλούτη_μας Αντιμί

 «Οι καλοί», Hanan Kent, Μετάφραση: Μ. Αγγελίδου, Εκδόσεις Ίκαρος, 2017

Η επίσκεψη της Κεντ (1985) στην Αθήνα στάθηκε αφορμή να πάρω από το ράφι τους «Καλούς» που για διάφορους λόγους δίσταζα να ξεκινήσω. Κυρίως, γιατί ήθελα να αποφύγω τη σύγκριση με τα «Έθιμα ταφής», το καταπληκτικό πρώτο της μυθιστόρημα, με το οποίο απέδειξε το συγγραφικό της ταλέντο. Δύο χρόνια μετά την ανάγνωσή του, εξακολουθούν να υπάρχουν στο μυαλό μου η καθηλωτική εξομολόγηση της Άγκνες, της κεντρικής ηρωίδας, και οι εικόνες από τα παγωμένα τοπία της Ισλανδίας.

Όπως και στα «Έθιμα», η Κεντ στήριξε τη μυθοπλασία της σε ένα αληθινό γεγονός κι έκανε διεξοδική πραγματολογική έρευνα. Το μυθιστόρημα εκτυλίσσεται στην Ιρλανδία του 1825-1826, σε μία χώρα/εποχή, στην οποία οι άνθρωποι από φόβο προς το άγνωστο και προσπαθώντας να ερμηνεύσουν τα ανεξήγητα, πίστευαν σε προλήψεις και δεισιδαιμονίες. «Οι Καλοί» είναι ξωτικά, πνεύματα του δάσους, που δεν πρέπει να εξαγριώνονται γιατί καταστρέφουν τις σοδειές, παίρνουν τους ανθρώπους κι αφήνουν στη θέση τους τελώνια. Το μυθιστόρημα αρχίζει με τη Νόρα να θρηνεί, έναν χρόνο μετά τον χαμό της κόρης της, τον ξαφνικό θάνατο του συζύγου της. Ολομόναχη πλέον θα πρέπει να επωμιστεί τη φροντίδα του τετράχρονου εγγονού της, Μίχολ, ο οποίος δεν μπορεί να μιλήσει και να περπατήσει.

Η Νόρα ντρέπεται για εκείνον, τον κρύβει, δεν μπορεί να κατανοήσει πώς -το υγιές μωρό που κάποτε υπήρξε-, άλλαξε τόσο πολύ. Δεν μπορεί να τα βγάλει πέρα και ζητάει βοήθεια από τη Μαίρη, που αναλαμβάνει εξολοκλήρου να φροντίζει το μικρό αγόρι. Ο τόπος είναι φτωχός, οι άνθρωποι αμόρφωτοι, θεωρούν τον διαφορετικό «νεραϊδοπαρμένο», χρεώνουν στο παιδί τις κακοτυχίες, τη βαρυχειμωνιά και ό,τι μπορεί να βάλει ο νους. Η Νανς, μαμή και μοιρολογίστρα του χωριού, που κατέχει τη γνώση και τη μαγεία, θα πείσει τις δύο γυναίκες ότι ο Μίχολ είναι ξωτικό, «τελώνιο» και ότι το κανονικό παιδί το έχουν αρπάξει οι Καλοί. Οπότε, θα προσπαθήσουν με τελετουργίες και ξόρκια να πάρουν τον Μίχολ πίσω.

Το πραγματικό γεγονός στο οποίο βασίστηκε το μυθιστόρημα είναι από μόνο του συγκλονιστικό. Σε κάθε φράση του κειμένου αποτυπώνεται η προσεγμένη, καταπληκτική -λαογραφική, ιστορική, γλωσσική- έρευνα της Κεντ. Οι τίτλοι των κεφαλαίων είναι ονόματα βοτάνων και δέντρων που διαδραματίζουν πρωταγωνιστικό ρόλο στην αφήγηση. Η Κεντ ζωντανεύει την εποχή, ξέρει πολύ καλά πώς να δημιουργεί ατμόσφαιρα. Νιώθεις την υγρασία της κοιλάδας να σου τρυπάει τα κόκκαλα, νομίζεις ότι ο Μίχολ τραβάει τα δικά σου μαλλιά, θέλεις να μπεις στη σκηνή, όπου η Νανς ξεγεννάει μια γυναίκα, να της πεις να σταματήσει όλα αυτά τα παγανιστικά.

Οι απελπιστικές συνθήκες διαβίωσης, ο φόβος και η άγνοια των ανθρώπων, η κυριαρχία του παράλογου στην καθημερινότητά τους σαν κάτι το φυσιολογικό, ο τρόπος που φέρονται στο άρρωστο παιδί, κάνουν την καρδιά σου να σφίγγεται. Θα μπορούσε αντί για την Ιρλανδία, να περιγράφεται μία ελληνική επαρχία, στο νησί μου για παράδειγμα -μέχρι μισό αιώνα πριν- πίστευαν στις Καλομοίρες, νεράιδες που, αν τις συναντούσες, σου έκλεβαν τη φωνή. Περισσότερο, όμως, θλίβεσαι με τη σκέψη ότι στις σημερινές εγγράμματες, πολιτισμένες κοινωνίες δεν έχουμε μάθει ακόμα να αποδεχόμαστε τη διαφορετικότητα και την ιδιαιτερότητα.

Δε θα συγκρίνω τα δύο βιβλία της Κέντ. Ακόμα κι αν δεν είχα διαβάσει «τα Έθιμα», ακόμα κι αν ήταν κάποιου άλλου συγγραφέα, η ανάγνωση των «Καλών» κάπως σκόνταφτε. Η συγγραφέας πλατείασε σε κάποια σημεία, φορές δεν εμβάθυνε στους χαρακτήρες των ηρώων της και η πλοκή ήταν αρκετά προβλέψιμη. Μου έμειναν περισσότερο οι σκηνές με τη Μαίρη κι η αμέριστη αγάπη της για τον μικρό Μίχολ. Δεν παύει, όμως, να είναι ένα δεξιοτεχνικό, καλογραμμένο μυθιστόρημα από μία αδιαμφισβήτητα πολύ καλή, νέα συγγραφέα κι αν δεν την γνωρίζετε, θα σας πρότεινα να ξεκινήσετε με αυτό. Ένα βιβλίο για το πού μπορεί να φτάσει ο άνθρωπος, σε τι είναι έτοιμος να πιστέψει για να μην αναγκαστεί να αντικρίσει την αλήθεια.

υ.γ. King of the fairies

(Visited 1,407 times, 2 visits today)

Leave A Comment

Your email address will not be published. Required fields are marked *