«Ο Γαλατάς» και «Μετάβαση» Αναγνώσεις Ιουλίου

Ο Ιούλιος είναι ο γενέθλιος μήνας των ¾ της οικογένειας, οπότε, -αν δε συμβούν τραγικά, όπως τα περσινά-, κυλάει μες τη χαρά, τη γλύκα (τα γλυκά) και τα γέλια. Τον φετινό, άλλοτε βροχερό, άλλοτε αφόρητα ζεστό Ιούλιο, ταξίδεψα στη Βόρεια Ιρλανδία του ’70 με τον «Γαλατά» και στο Λονδίνο του σήμερα με τη «Μετάβαση».

«Ο Γαλατάς», Anna Burns, Mετάφραση: Μ. Αγγελίδου, Εκδόσεις Gutenberg, 2019

«Τις μέρες εκείνες, σ’ εκείνο το μέρος, η βία ήταν το μέτρο όλων να κρίνουν τους γύρω τους». Αυτή η φράση -στις πρώτες σελίδες του μυθιστορήματος- συμπυκνώνει εξαιρετικά τόσο το θέμα όσο και την περιρρέουσα ατμόσφαιρα του. Ο -βραβευμένος με Βooker 2018- «Γαλατάς» εκτυλίσσεται σε μία παραδομένη στον διχασμό κοινωνία, με πρωταγωνίστρια μια δεκαοχτάχρονη έφηβη, η οποία μας αφηγείται όσα -τρομερά και τρομακτικά- συμβαίνουν γύρω της και μέσα της.

Το «μέρος» είναι το Μπέλφαστ της Βόρειας Ιρλανδίας «τις μέρες» της πολιτικό-θρησκευτικης εμφύλιας σύγκρουσης. Όμως, τίποτα δεν κατονομάζεται κατά την αφήγηση. Η Μπέρνς (1969) δεν περιγράφει τόσο τα γεγονότα που συντάραξαν τη γενέτειρά της, αλλά εστιάζει στην αντήχησή τους στους ανθρώπους που τα έζησαν. Κι αποτυπώνει ευρηματικά κι ευφυώς πώς είναι να ζεις και να μεγαλώνεις σε σκοτεινούς καιρούς και τι γίνεται όταν θελήσεις να αντισταθείς στο σκοτάδι τους, προσφέροντας μας ένα αιχμηρό, πολύ δυνατό κι ιδιαίτερο μυθιστόρημα.

Είναι ιδιαίτερο και γιατί η χώρα, η πόλη, οι ήρωες είναι ανώνυμοι, αλλά και λόγω της αφηγηματικής του τεχνικής. Η ηρωίδα ξετυλίγει συναισθηματικά φορτισμένα, χωρίς συνοχή, με συνεχείς παρεκβάσεις κι επαναλήψεις την ιστορία της. Σε αυτόν τον ασφυκτικά πυκνό, και σαρωτικό μακροπερίοδο λόγο αντανακλάται η ψυχοσύνθεση κι η νοητική της κατάσταση. Το τέχνασμα της ανωνυμίας και η μη συμβατική αφήγηση μεταδίδουν στον αναγνώστη τον ζοφερό εφιάλτη, το χάος και τον παραλογισμό που επικρατεί στην κοινωνία, αλλά και τον ασφυκτικό κλοιό φόβου κι απειλής των ανθρώπων της.

Η έφηβη ηρωίδα δεν έχει κανέναν «να την ακούσει, να την παρηγορήσει, να τη στηρίξει, να την εμψυχώσει». Ζει μία καθημερινότητά παρανοϊκή κι ανέλπιδη, μες την καχυποψία, τον κίνδυνο, τους σκοτωμούς, τις εκρήξεις, τις υστερικές νουθεσίες της μητέρας της, τις συκοφαντίες της κοινότητας, με πράκτορες, καταδότες, κάμερες να παραμονεύουν. Αλλά εκείνη το μόνο που επιθυμεί είναι να ζει ελεύθερη, να αγαπήσει και να αγαπηθεί. Επιλέγει να μην έχει αντίληψη του χώρου και του χρόνου, να μην πάρει το μέρος καμιάς πλευράς (εθνικιστές/ενωτικοί), να μην ασχολείται με τα πολιτικά. Είτε τρέχει σε μέρη που θεωρούνται επικίνδυνα κι απαγορευμένα, είτε περπατάει στο δρόμο διαβάζοντας λογοτεχνικά βιβλία του προηγούμενου αιώνα, «επίτηδες δεν ήθελα να ξέρω, γι’ αυτό διάβαζα περπατώντας, για να μην ξέρω, για να μην τα μαθαίνω όλα, να μην είμαι διαρκώς σε επαγρύπνηση».

γαλατάς

Όμως, σε μία κοινωνία που δεν ανέχεται τη διαφορετικότητα, μόνο το ότι τολμάει να πηγαίνει κόντρα στα δόγματα και τους άγραφους νόμους, αρκεί για να στιγματιστεί ως απροσάρμοστη και σαλεμένη. Μέχρι που ένας παραστρατιωτικός ηγέτης των στρατιωτικών, παντρεμένος και κατά πολύ μεγαλύτερός της, ο επονομαζόμενος Γαλατάς, αρχίζει να την πολιορκεί, να κατασκοπεύει την παραμικρή της κίνηση. Τότε αρχίζουν να διαδίδονται ανυπόστατες φήμες ότι διατηρούν σχέση μεταξύ τους. Ο Γαλατάς θα γίνει η αιτία να καταρρεύσει, να κονταροχτυπηθεί με τον οικογενειακό/κοινωνικό της περίγυρο, να αναμετρηθεί με τον ίδιο της τον εαυτό, αλλά και να αφυπνιστεί.

Παρότι μαθαίνουμε από τις πρώτες γραμμές του κειμένου την κατάληξη του Γαλατά, η Μπερνς κατορθώνει να μη χαθεί στιγμή η αγωνία για το τι και πώς θα συμβεί. Η δεκαοχτάχρονη έφηβη είναι τόσο πειστική που μας παρασέρνει στις λαβυρινθώδεις αφηγηματικές της διαδρομές και μας κρατάει σε πυρετώδη εγρήγορση. Διαβάζουμε κι έχουμε την αίσθηση ότι τρέχουμε και μας κόβεται η ανάσα.

Ακριβώς επειδή είναι δεκαοχτάχρονη δεν μπορούμε να της καταλογίσουμε τίποτα. Δικαιολογούμε τους πλατειασμούς, τις αμφιταλαντεύσεις, τα ξεσπάσματά της, συναισθανόμαστε την απόγνωση και τον τρόμο της. Κι υπάρχουν πολλά σημεία που εκτονωνόμαστε σε γέλιο, αλλά είναι τόσο παράλογα τα γεγονότα που εξιστορεί που αγγίζουν τη γελοιότητα.

Η αφήγηση είναι αλληγορική και ξεδιπλώνεται δομημένη από πολλές δευτερεύουσες -συνταρακτικές- ιστορίες, όπως κι από λεπτομερείς περιγραφές τόπων κι ανθρώπων. Μαζί με την ηρωίδα γνωρίζουμε πολλούς ενδιαφέροντες χαρακτήρες -όπως τη μητέρα της, τον τρίτο γαμπρό, τον πραγματικό γαλατά, τις μικρές αδερφές. Κάποιοι εμφανίζονται μόνο μία φορά, κάποιοι εξελίσσονται κατά τη διάρκεια της ιστορίας, ενώ καθένας εκπροσωπεί μία διαφορετική στάση ζωής και νοοτροπίας.

Ίσως κάποιες γνώσεις για τα γεγονότα που συνέβησαν στο Μπέλφαστ βοηθήσουν τον αναγνώστη να αποσαφηνίσει ποια είναι «η χώρα πέρα από τα σύνορα», «η χώρα πέρα από το νερό», «η από εδώ πλευρά, η άλλη πλευρά» κ.α. Αλλά δεν είναι τόσο απαραίτητο. Γιατί με το να μην ονοματίζει η Μπερνς καταδεικνύει ότι σε μία ανελεύθερη κοινωνία, εκμηδενίζεται η ανθρώπινη ύπαρξη.

Όταν, «πρέπει να αποφασίσεις με ποιους θα πας και ποιους θα αφήσεις», όταν «κάθε σου επιλογή είναι μία πολιτική δήλωση» χάνεις το όνομα σου, τον ίδιο σου τον εαυτό. Παράλληλα, αν κι η συγγραφέας εκκινεί από τα τραγικά γεγονότα που συνέβησαν στη γενέτειρά της, μιλάει για οποιαδήποτε γωνιά του κόσμου οι άνθρωποι ζούνε σε έναν αέναο κύκλο εκδίκησης κι αντεκδίκησης, για κάθε βάναυση μορφή εξουσίας που στο όνομα μίας πολιτικής ή μιας θρησκείας καταπατάει τα ανθρώπινα δικαιώματα. Συγχρόνως, μέσα από την πλοκή αναδύονται με φυσικότητα, δεκάδες διαχρονικά κι επίκαιρα κοινωνικά ζητήματα: η πατριαρχία, η θέση της γυναίκας, οι σχέσεις μητέρας- κόρης, η ταυτότητα, η αυτογνωσία, η κάθε είδους καταπίεση, η πολιτική ορθότητα, η θρησκευτική υποκρισία και πάρα πολλά ακόμα.

Η Μπέρνς έγραψε -με τη θέρμη του βιωματικού υλικού, όπως φαίνεται- ένα σπουδαίο, αυθεντικό κι ειλικρινές μυθιστόρημα. Προέβλεπα ένα δυσάρεστο τέλος, όμως, η αφήγηση αποφορτίζεται αριστοτεχνικά. Σαν να μας επισημαίνει η συγγραφέας πώς το μοναδικό τέρμα είναι ο θάνατος κι ότι όσο νοιαζόμαστε ο ένας για τον άλλον «κανένα σκοτάδι δεν είναι γιγάντιο, που να μην μπορούμε να του βγούμε από πάνω»

υ. When the violence causes silence, we must be mistaken

γαλατάς

 «Μετάβαση», Rachel Cusk, Μετάφραση: Α. Δημητριάδου, Εκδόσεις Gutenberg 2019

Μόνο από τους τίτλους της τριλογίας της Κάσκ φανερώνεται η ουσία των βιβλίων της. Στο «Περίγραμμα», σκιαγραφείται η προσωπικότητα της κεντρικής ηρωίδας -οι προσδοκίες, οι φόβοι, οι επιλογές της-, στη «Μετάβαση» βλέπουμε τις αλλαγές που συντελούνται στη ζωή της, μετά τον πρόσφατο χωρισμό της. Η Φαίη, πλέον, μετακομίζει με τους γιους της από την εξοχή στο Λονδίνο. Αναζητάει καινούριο σπίτι, προσπαθεί να ξαναφτιάξει τη ζωή της, να διαχειριστεί την απώλεια και βλέπουμε τις συνθήκες και το συναισθηματικό κόστος αυτής της «Μετάβασης».

Όπως στον πρώτο τόμο της τριλογίας έτσι και σε αυτόν, η αφήγηση στήνεται πάνω στους μονολόγους και τις εξομολογήσεις των ανθρώπων που συναντάει η κεντρική ηρωίδα, ενώ η ίδια παρατηρεί και ακούει προσεχτικά τις ιστορίες τους. Άλλοτε σωπαίνει, άλλοτε παρεμβαίνει, θέτοντας καίρια ερωτήματα. Μία συνομιλήτριά της θα της πει: «Μου αρέσουν οι ερωτήσεις που κάνεις, αλλά δεν καταλαβαίνω για ποιο λόγο θέλεις να μάθεις». Γιατί μέσα από τα ερωτήματα που θέτει στους άλλους, βρίσκει τον εαυτό της ή το αρνητικό του. Η ηρωίδα διακατέχεται από την αγωνία να εμβαθύνει, να μη μείνουν αναπάντητα τα ουσιαστικά της ζωής, να διεισδύσει στην αλήθεια τους.

Ωστόσο, στη «Μετάβαση», η Φαίη, μιλάει περισσότερο, εκφράζεται άμεσα κι αποκαλύπτει περισσότερα στοιχεία σε ό,τι αφορά τον εαυτό της και το πώς νιώθει. Ίσως γιατί πλέον κινείται σε οικείο έδαφος -γνωρίζει το Λονδίνο και τους ανθρώπους του- αλλά και γιατί η μετακόμισή της σηματοδοτεί για εκείνην το πέρασμα σε έναν διαφορετικό τρόπο ζωής, αποκομμένο από τα βαρίδια και τα τραύματα του παρελθόντος, σαν να μηδενίζει το κοντέρ.

Υπερασπίζει σθεναρά την απόφασή της να επιλέξει ένα σπίτι που για να κατοικηθεί πρέπει να διαμορφωθεί εκ νέου, παρότι οι άλλοι προσπαθούν να τη μεταπείσουν. Αλλά το σπίτι-ερείπιο είναι εκείνη. Τα ξηλωμένα πατώματα, οι γκρεμισμένοι τοίχοι, οι επιδιορθώσεις απεικονίζουν την προσπάθεια της να επαναπροσδιορίσει τον εαυτό της, να τον βάλει σε τάξη, να τον ξαναχτίσει.

Κατά τη διάρκεια αυτής της ανακαίνισης/αναγέννησης συζητάει με τον μεσίτη, τον εργολάβο, τους εργάτες, με τους γείτονες της, -ένα ζευγάρι ηλικιωμένων που της δημιουργεί προβλήματα-, με τον κομμωτή της, με φίλους, μαθητές της, συγγραφείς, συγγενείς και με τα παιδιά της -πάλι- από το τηλέφωνο. Πολλοί από τους ήρωες, βίωσαν μία αλλαγή ή βρίσκονται σε μία κατάσταση επικείμενης μετάβασης. Η Φαίη διαπιστώνει ξανά ότι «ακούγοντας τους άλλους, είχε ανακαλύψει πολύ περισσότερα πράγματα απ’ όσα μπορούσε να φανταστεί».

Αμφότερα τα βιβλία της τριλογίας πραγματεύονται παρόμοια θέματα και επαναλαμβάνουν συγκεκριμένα μοτίβα. Στις διηγήσεις των ηρώων κυριαρχούν, οι υπαρξιακές αγωνίες, οι κοινωνικές προσδοκίες, οι διαπροσωπικές σχέσεις, «ό,τι κι αν πιστεύουμε για τον εαυτό μας, δεν είμαστε παρά το αποτέλεσμα του πώς μας έχουν φερθεί οι άλλοι». Όμως, η «Μετάβαση» πραγματεύεται εντονότερα το θέμα της μοίρας, της ατομικής ευθύνης, της προσωπικής βούλησης, αλλά και τη φύση της συγγραφής -ιδίως της μυθιστορηματικής αυτοβιογραφίας. Για μία ακόμα φορά, η Κάσκ «παρεμβαίνει στο οπτικό πεδίο του αναγνώστη, προτού εκείνος, προλάβει να διαβάσει οτιδήποτε στην εικόνα της», τον παρακινεί να εμπλακεί στις συζητήσεις, να αναθεωρήσει.

Σαν να στήνει ένα καθρέφτη μπροστά μας, καλώντας μας να δώσουμε απαντήσεις κι εμείς ανταποκρινόμαστε γοητευμένοι από τη φρέσκια, εθιστική, λεπτεπίλεπτη και ποιητική γραφή, αλλά κι από την αντισυμβατική και διορατική ματιά της Κάσκ. Βέβαια, θα προτιμούσα μία συγγραφική φωνή περισσότερο ταπεινή, αλλά όπως παρατηρεί κι ένας συνομιλητής της «δύσκολο να μη γίνεις αυτάρεσκος, όταν γύρω σου υπάρχει τόση αυταρέσκεια». Καθώς, και δεν μπορώ να παραβλέψω το γεγονός ότι, όπως και στο προηγούμενο βιβλίο, κάθε ήρωας -είτε είναι εργάτης, είτε εκδότης- σου δίνει την εντύπωση ότι είναι σοφός και πρόθυμος να αναλύσει και να ψυχογραφηθεί. Ίσως, όμως η Κάσκ να έχει συγκεκριμένη πρόθεση. Και περιμένω το τρίτο και τελευταίο μέρος -το Κύδος- για να σχηματίσω μία ολοκληρωμένη άποψη.

Το πιο σημαντικό, στο «Περίγραμμα», και στη «Μετάβαση» είναι ότι η Κάσκ μάς υπενθυμίζει πόσο μοιάζουμε. Όλοι πορευόμαστε με συναντήσεις κι ιστορίες, με ανησυχίες κι ελπίδες, ερωτευόμαστε, ξε-ερωτεύομαστε, συγχωρούμε ή δεν το καταφέρνουμε. Μας εγκαταλείπουν ή εγκαταλείπουμε, συμπαθούμε ή αντιπαθούμε, προσπαθούμε ή παραιτούμαστε κι «η ιστορία της μοναξιάς μας είναι πιο παλιά κι από την ιστορία της ίδιας της ζωής».

υ.γ. Alone again or

(Visited 477 times, 1 visits today)

Leave A Comment

Your email address will not be published. Required fields are marked *