«Βιβλιοπωλεία» και «Ποιήματα για την Τζαζ» Αναγνώσεις Ιανουαρίου

Με χιόνια ήρθε ο Ιανουάριος, με Αλκυονίδες μέρες έφυγε. Με βρήκε να έχω τελειώσει το Confiteor και να μη θέλω να το αποχωριστώ. Κι επειδή θα αδικούσα όποιο μυθιστόρημα αν επέλεγα μετά από αυτό, στράφηκα σε άλλα λογοτεχνικά είδη. Έτσι, στις αρχές του μήνα, ταξίδεψα ανά την υφήλιο και στην Αμερική του 19ου και 20ου αιώνα με τα «Βιβλιοπωλεία» και «Ποιήματα για την τζαζ», αντίστοιχα. Ύστερα, έτοιμη πλέον για μυθιστόρημα, πήγα στην Αγγλία του σήμερα με το «Φθινόπωρο».

«Βιβλιοπωλεία: Ο χάρτης του κόσμου από έναν αναγνώστη», Χόρχε Καριόν, Μετάφραση: Κ. Παλαιολόγος, Εκδόσεις Ποταμός, 2018

Μπορεί ο Καριόν (1976) να μην εκπλήρωσε το παιδικό του όνειρο να γίνει ντετέκτιβ. Από ότι φαίνεται όμως, αυτή του η κλίση διατηρήθηκε και εκδηλώθηκε στο πάθος του να συλλέγει στοιχεία για τα βιβλιοπωλεία και να τα αναζητάει ταξιδεύοντας. Από το 1998 κι επί είκοσι χρόνια επισκέπτεται –ιστορικά, σημαντικά, ενδιαφέροντα, μικρά, ιδιαίτερα- βιβλιοπωλεία και μας τα παρουσιάζει. Το βιβλίο του είναι μία χαρτογράφηση των βιβλιοπωλείων του κόσμου, μία χρονολογική αναδρομή στην ιστορία τους, όπως και η διερεύνηση του ρόλου και της σημασίας τους στην Ιστορία του δυτικού πολιτισμού.

Προετοιμαστείτε, λοιπόν, να ακολουθήσετε τον Καριόν στο, ξέφρενο σε ρυθμό, καταιγιστικό σε πληροφορίες, οδοιπορικό του στα βιβλιοπωλεία των πέντε ηπείρων και να γνωρίσετε τα βιβλία και τους ανθρώπους -βιβλιοπώλες, εκδότες, συγγραφείς, αναγνώστες- των οποίων η ύπαρξη συνδέθηκε με αυτά. Τα βιβλιοπωλεία υπήρξαν χώροι συνάντησης, μνήμης, ανάγνωσης, εστίες πολιτισμού, κέντρα πολιτικής αντίστασης, «ατμομηχανές αλλαγής». Ο συγγραφέας ξετυλίγει τον πολύπλευρο στοχασμό του για το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον των βιβλιοπωλείων ως «αναπαράσταση και συμπύκνωση του κόσμου» και για την προσπάθεια τους να προσαρμοστούν στα σημεία των καιρών.

Μεταφερόμαστε από τα παλαιότερα που άντεξαν στο χρόνο, σε αυτά που έκλεισαν μα παραμένουν στη μνήμη, από τα καθημερινά βιβλιοπωλεία της γειτονιάς στα απρόσωπα ηλεκτρονικά. Από εκείνα που έγιναν τουριστικοί προορισμοί λόγω της ιστορικής τους σημασίας, στις σύγχρονες αλυσίδες βιβλίων που προσελκύουν λόγω της αρχιτεκτονικής τους ή της πώλησης μαζί με τα βιβλία πλήθους άλλων ετερόκλητων προϊόντων. Παράλληλα, ο Καριόν εμπλέκει στη συνειρμική κι άναρχη αφήγησή του, τις εντυπώσεις, τις εμπειρίες του, την προσωπική του ιστορία ως αναγνώστη και ταξιδιώτη.

Όπως και παραθέτει συναρπαστικές ιστορίες για σπουδαίους συγγραφείς και πολλές λεπτομέρειες για εκδόσεις εμβληματικών μυθιστορημάτων, όπως του Τζόις και του Κορτάσαρ. Μαζί με ιστορίες κινημάτων, μυθικών βιβλιοπωλείων, -Shakespeare and Companies, City Lights- , αποσπάσματα από λογοτεχνικά έργα, σκηνές από ταινίες και άλλα. Τα κεφάλαια, αν και συνδιαλέγονται μεταξύ τους, είναι αυτόνομα και μπορούν να διαβαστούν με τυχαία σειρά.  Παρατίθενται πολλές φωτογραφίες -οι οποίες δεν είναι ιδιαίτερα ευκρινείς ούτε αντιστοιχούν στο κείμενο της εκάστοτε σελίδας- όπως κι ένα πολυσέλιδο ευρετήριο ονομάτων στο τέλος.

Προσωπικά, η διαδικτυακή περιήγηση μου σε πολλά από τα βιβλιοπωλεία που αναφέρονται με βοήθησε στην πρόσληψη του όγκου των πληροφοριών και μου έδωσε την ευκαιρία να τα γνωρίσω. Είναι ένα βιβλίο με το οποίο μαθαίνεις πάρα πολλά, σε κάνει να σκέφτεσαι, να απομυθοποιείς. Αναπολείς τις επισκέψεις σου σε ιστορικά/παλιά βιβλιοπωλεία, που πλέον δεν υπάρχουν, μέσα στο κιαροσκούρο τους με τη σκόνη να χορεύει στο φως των λιγοστών αχτίδων.

Ο Καριόν πραγματικά αποτίνει φόρο τιμής στα βιβλιοπωλεία του κόσμου, στα βιβλία, και τους ανθρώπους τους. Κι όπως λέει, ο Τσβάιχ στον «Παλαιοβιβλοπώλη Μέντελ», το διήγημα, με το οποίο αρχίζουν και τελειώνουν τα «Βιβλιοπωλεία»: «Τα βιβλία γράφονται μόνο και μόνο προκειμένου να συνδεθούν οι άνθρωποι, ξεπερνώντας την πεπερασμένη ύπαρξη τους, ώστε να αμυνθούμε απέναντι στους αμείλικτους αντιπάλους της ζωής μας, την παροδικότητα και τη λησμονιά».

υ.γ. Μία ξέφρενη περιήγηση θέλει και την ανάλογη μουσική

vivliopolia-jazz

 «Ποιήματα για την Tζαζ» (δίγλωσση έκδοση), Επιλογή – Μετάφραση: Χ. Αγγελακόπουλος, Εκδόσεις Bibliothèque, 2018

Φανταστείτε πώς κοιταχτήκαμε με τον Δ. -πριν μας πιάσουν τα γέλια-, όταν την Πρωτοχρονιά διαπιστώσαμε ότι είχαμε πάρει το ίδιο δώρο ο ένας για τον άλλον: τα «Ποιήματα για την τζαζ». Έτσι, βρεθήκαμε να έχουμε εις διπλούν -διαφέρει η αφιέρωση-αυτήν την όμορφη ανθολογία. Πέρα από το αυτονόητο, ότι θα το χαρείτε, αν χαίρεστε στο άκουσμα των λέξεων του τίτλου, είναι κι ένα βιβλίο για όποιον επιθυμεί μια γνωριμία με την τζαζ και την ποίηση που εκείνη ενέπνευσε.

Κι αυτό γιατί τα τριάντα ποιήματα της συλλογής «διηγούνται» ευσύνοπτα την ιστορία της τζαζ μέσα από τα διαφορετικά της είδη και τους κορυφαίους μουσικούς που σφράγισαν την εξέλιξη της. Ο Αγγελακόπουλος ανθολογεί εικοσιπέντε ποιητές και ποιήτριες από διαφορετικές γενιές, συνθέτοντας μία πολυφωνία που αποτυπώνει την πορεία της τζαζ στον χρόνο. Στα «Ποιήματα για την τζαζ» συστεγάζονται ποιητές (γεννημένοι από το 1878 έως το 1953) που γοητεύτηκαν από τη μουσική και τον κόσμο της: αφροαμερικάνοι -Langston Hughes, Αmiri Baraka-, ποιητές της γενιάς των μπιτ- Bob Kaufman, Ted Joans, Gregory Corso, Jack Micheline-, πολυβραβευμένοι, σύγχρονοι ποιητές -Charles Simic, Yusef Komunyakaa- και πολλοί άλλοι.

Τα ποιήματα της ανθολογίας διαφορετικά ως προς τη μορφή και την τεχνοτροπία αντλούν τη θεματολογία τους από τον λικνιστικό/εξωστρεφή/υπνωτιστικό ήχο, τα διαφορετικά στυλ, την ατμόσφαιρα και τους σημαντικούς καλλιτέχνες της τζαζ. Μελωδικά, ρυθμικά, ρεαλιστικά, υπερρεαλιστικά, λυρικά, μάς μεταφέρουν στις μουσικές σκηνές του προηγούμενου αιώνα, στις αξημέρωτες νύχτες με τα γαλάζια σύννεφα καπνού. Παράλληλα, φανερώνουν ότι η τζαζ δεν ήταν απλά και μόνο μουσική, μα κι η απάντηση των μαύρων απέναντι στον ρατσισμό των λευκών, ο καθρέφτης της εκάστοτε εποχής και των κοινωνικών αλλαγών, βίωμα που εμπλέκει όλες τις αισθήσεις, τρόπος να ζεις και να υπάρχεις.

Κάποιοι ποιητές δανείζονται τους τίτλους των ποιημάτων τους από τα τραγούδια της τζαζ, κάποιοι άλλοι προσαρμόζουν τον τρόπο γραφής τους στους ρυθμούς και τις τεχνικές παιξίματος της, όπως ο Bob Kaufman. Χαρακτηριστικό είναι το ποίημα «Jazz» του Frank London Brown, η ιστορία ενός νεαρού που παίζει κόρνο, το οποίο «ακούγεται» σαν ένα πολύ γρήγορο σόλο και διαβάζεται απνευστί. Από τα πολύ όμορφα και συγκινητικά ποιήματα της συλλογής είναι «οι βιογραφίες» για τους μουσικούς της, τους απαρηγόρητους παρηγορητές του κόσμου. Ο Williams Matthews μνημονεύει τον Buddy Bolden, έναν από τους πρώτους δημιουργούς, που στη σύντομη σε διάρκεια ζωή του πήρε το τίποτα κι έφτιαξε τζαζ: «Δεν υπάρχει, το γνωρίζω, όμως μου αρέσει/να τον σκέφτομαι [..] Υπάρχουν περισσότερα από ένα/είδη απόκοσμης μουσικής στην ατμόσφαιρα, όλα/τους σαν τον άνεμο: δεν τον βλέπεις/μα βλέπεις τα φύλλα να ριγούν/λες και θα ΄θελαν να αναστραφούν».

O Τed Joans μιλάει για τη φτώχεια του «πλούσιου» Charlie Parker: «Ζούσε σε μία φτηνή πανσιόν στην οδό Μπάροου και κρύωνε […]/Έπαιζε για τη φάση και για ελάχιστα χρήματα/Εκείνα τα σόλο του με το δανεικό άλτο/Σαξόφωνο έδιναν στον καθένα τα θεόπνευστα ρίγη του». Ο Mark Dotty συνομιλεί με τον μυστηριώδη κι αυτοκαταστροφικό Chet Baker, ο Lawson Fusao Inada -ο οποίος ήταν κι ο ίδιος μουσικός της τζαζ- κωπηλατεί στο «ευτυχισμένο» του όνειρο με τον Miles Davis. Ο Edward Hirsch αναπλάθει τη θυελλώδη ζωή κι υμνεί τις αυτοσχεδιαστικές ικανότητες του Art Pepper: «Η νύχτα θα εκραγεί μέσα του./Ο άνεμος θα ξεχυθεί διαπαντός/Απ’ τα πνευμόνια του

Θα ήθελα να γράψω για το νοσταλγικό «Mood Indigo» της Dozake Shange, για το μελαγχολικό και διαφανές «Σόλο» του Philip Levine και για το κάθε ποίημα της συλλογής ξεχωριστά, αλλά μου υπενθυμίζω τη λέξη «τελεία».  Κι αν χάρηκα πολύ αυτή την ανθολογία είναι λόγω της μετάφρασης του Αγγελακόπουλου ο οποίος παρά το διαφορετικό ύφος των ποιημάτων και την ποικιλία των τεχνοτροπιών, αποδίδει εξαιρετικά την αίσθηση, τον ρυθμό και την ατμόσφαιρά τους. Μας μεταφέρει το πνεύμα και το συγκινησιακό τους φορτίο κι υπάρχουν φορές που νιώθεις σαν να «διαβάζεις» ήχους. Θα μου άρεσε να υπάρχει μία εισαγωγή, μόνο και μόνο για να μοιραστεί μαζί μας την αγάπη του και τις πολλές γνώσεις -που φαίνεται ότι διαθέτει- για την τζαζ και την ποίηση. Υπάρχει, όμως, ως πρόλογος, ένα ποίημα ανώνυμο που σου τραβάει την προσοχή, γιατί είναι ένα πυκνογραμμένο «σώμα», χωρίς σημεία στίξης, ένα κρεσέντο εικόνων και λέξεων.

Με αυτό το καλαίσθητο και φροντισμένο βιβλίο με τις ασπρόμαυρες φωτογραφίες (σαν κι αυτές), πήγα ξανά στην ωδή του Κορτάσαρ για αυτήν την οικουμενική μουσική και ανακάλυψα αρκετούς σπουδαίους Αμερικάνους ποιητές. Kι αλήθεια βάζω τελεία, με τον Δ. (για τον οποίο σας έλεγα παραπάνω) που είπε κάποτε: «Αν η λογοτεχνία ήταν μουσική, η τζαζ θα ήταν η ποίηση*».

*Μου έχει ορκιστεί ότι το σκέφτηκε από μόνος του, αν διαθέτετε στοιχεία για το αντίθετο, παρακαλώ, να μου το πείτε.

υ.γ. Take the Train A

Now’s the time

Everything happens to me

 More for less

Blue Train

(Visited 1,098 times, 1 visits today)

Leave A Comment

Your email address will not be published. Required fields are marked *