«ρηχό νερό, σκιές» και «Οι Μητέρες» Αναγνώσεις Απριλίου

Περνάνε οι μήνες αστραπή, αποχαιρετήσαμε και τον «ξανθό» Απρίλη. Με ξελογιάζει πάντα η άνοιξη. Από τον προηγούμενο μήνα προτιμώ να διαβάζω ποίηση ή να επιστρέφω σε αγαπημένα αναγνώσματα (όπως στο «Confiteor» και τον «Κόσμο του χτες») παρά να ξεκινάω κάτι καινούριο. Βέβαια, ταξίδεψα, πάλι, στο Πρίπιατ, την εγκαταλειμμένη έως σήμερα, πόλη- δορυφόρο του Τσερνόμπιλ με το «ρηχό νερό, σκιές» και στη Νότια Καλιφόρνια με τις «Μητέρες». Να πω ότι τον Απρίλη μου, είχα συνταξιδιώτισσα την αγαπημένη μου Ιουλία, που μού δώρισε το πρώτο βιβλίο (σ’ ευχαριστώ κι από εδώ!) και με την οποία διαβάσαμε συγχρόνως το δεύτερο και κάναμε πολύ όμορφες κουβέντες.

«ρηχό νερό, σκιές», Άκης Παπαντώνης, Εκδόσεις Κίχλη, 2019

Μου αρέσει πολύ, όταν η μυθοπλασία στηρίζεται σε ένα πραγματικό/ιστορικό γεγονός και το «ξαναδιαβάζουμε» στη Λογοτεχνία, όχι ως στατιστική, αλλά ως βίωμα, μέσα από το βλέμμα των ανθρώπων που το έζησαν. Στο «ρηχό νερό, σκιές», ο Παπαντώνης (1978) εκκινεί από το πυρηνικό δυστύχημα στον σταθμό του Τσερνόμπιλ κι αφηγείται στιγμιότυπα από τη ζωή των κατοίκων της γειτονικής πόλης Πρίπιατ, πριν και μετά την έκρηξη. Πρόκειται για διαφορετικές, σπονδυλωτές ιστορίες τεσσάρων οικογενειών που εκτυλίσσονται από τις 25 έως τις 28 Απριλίου 1986 και οι λέξεις του τίτλου μαρτυρούν την ατμόσφαιρα που επιβάλλεται στον αναγνώστη από τις πρώτες σελίδες του βιβλίου.

Μεταφερόμαστε σε έναν τόπο ανήλιαγο, ασφυκτικό, με βαλτώδεις εκτάσεις κι υγρασία και βλέπουμε, πίσω από τις κλειστές πόρτες των διαμερισμάτων, τους ήρωες που δεν γνωρίζουν τι θα τους ξημερώσει. Το Πρίπιατ είναι ο καθρέφτης όπου αντανακλάται η ζωή και ο ψυχισμός τους. Τρεις γενιές ανθρώπων, σκοτεινών, θλιμμένων που βρίσκονται εγκλωβισμένοι σε ένα αντίξοο παρόν, φορτωμένοι με τις μνήμες του παρελθόντος. Eμφανίζονται ο ένας μετά τον άλλον, όπως οι ηθοποιοί στη σκηνή, τυλιγμένοι στην άχλη του ονείρου, «διάφανοι» και διηγούνται τις ιστορίες τους: θηριωδίες από τον Μεγάλο πόλεμο, αμετάκλητες απώλειες, υπαρξιακά αδιέξοδα, δυσοίωνα σημάδια. Σαν να είναι οι ίδιοι, οι ασπρόμαυρες φωτογραφίες που φυλάνε στα συρτάρια τους κι «η ζωή δεν έχει άλλα δώρα να τους δώσει».

Τη στιγμή της έκρηξης και της επακόλουθης εκκένωσης της πόλης, εκείνοι είτε αρνούνται να την εγκαταλείψουν είτε χάνει ό ένας τον άλλο είτε στοιβάζονται στα λεωφορεία γεμάτοι ερωτηματικά. Παραμένουν, όμως, έγκλειστοι στις ιδιωτικές τους τραγωδίες που, εντός τους, υπερισχύουν της συλλογικής συμφοράς. Τους παρακολουθούμε να βουλιάζουν στα ρηχά νερά, κυνηγημένοι από τις σκιές του πριν και του μετά. Η αφήγηση είναι μεστή, ποιητική, εξαιρετικά προσεγμένη στην παραμικρή της λεπτομέρεια και με τη σειρά της αντανακλά το περίκλειστο σύμπαν των ηρώων, το οποίο μεταδίδεται και στον αναγνώστη.

Αναρωτιέμαι, βέβαια, πώς θα ήταν το μυθιστόρημα αν γνωρίζαμε περισσότερο τους ήρωες κι αν απελευθερώνονταν οι λέξεις τους. Ωστόσο, έχει πολύ ενδιαφέρον ο τρόπος με τον οποίο γράφει, σκέφτεται και προσεγγίζει το θέμα του ο Παπαντώνης. Εστιάζει στη μνήμη, στο «παρελθόν ως πρόλογο» για όσα θα συμβούν και στα γεγονότα όχι ως τυχαία, αλλά ως «πεπρωμένα». Πρόκειται για ένα πολύ ιδιαίτερο βιβλίο που με παρακινεί να αναζητήσω σίγουρα, το πρώτο του μυθιστόρημα, τον «Καρυότυπο».

υ.γ. «Ο χρόνος σαρώνει/τα αστέρια στεριώνει»

Time will crawl

 

«Οι Μητέρες», Μπριτ Μπένετ, Μετάφραση: Ά. Μαραγκάκη, Εκδόσεις Πόλις, 2019

Για να πω την αλήθεια μου υπάρχουν φορές που το εξώφυλλο ενός βιβλίου με μαγνητίζει, σαν να με καλεί κι αν εμπιστεύομαι τον εκδοτικό, σπεύδω να το διαβάσω. Αυτό μου συνέβη με τη «Χαμένη αναγνώστρια» και τώρα με τις «Μητέρες». Πρώτα μου τράβηξε την προσοχή ο υπέροχος πίνακα τους Jacob Lawrence από τη σειρά «The Migration series» που κοσμεί το εξώφυλλο και μετά οι θετικές κριτικές και τα βραβεία που απέσπασε το πρώτο βιβλίο της Μπένετ (1990). Πρόκειται για την ιστορία ενηλικίωσης της δεκαεφτάχρονης Νάντιας, που μεγαλώνει σε μία επαρχιακή πόλη της Νότιας Καλιφόρνιας και την γνωρίζουμε τη στιγμή που η ζωή της καταρρέει σαν χάρτινος πύργος.

Η μητέρα της έχει αυτοκτονήσει, ο πατέρας της οχυρώνεται στον καημό του κι απομακρύνεται από εκείνην και η σχέση της με τον Λουκ, τον γιο του πάστορα, καταλήγει σε μία ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη και σε μία έκτρωση που θα κρατήσει επτασφράγιστο μυστικό. Δε θα το φανερώσει ούτε στην καλύτερη της φίλη, την Όμπρεϊ, από τη συντροφιά της οποίας αγκιστρώνεται για να ξεγελάσει τη θλίψη της απώλειας.

Οι «Μητέρες» του τίτλου είναι ηλικιωμένες γυναίκες της εκκλησίας, που έχουν αναλάβει να φροντίζουν τους αδύναμους της κοινότητας, όπως και να καθοδηγούν τις νεότερες γυναίκες σε θέματα σχετικά με την οικογένεια. Έχουν ενεργό ρόλο στην ιστορία, διηγούνται τα γεγονότα από τη δική τους οπτική και η αφήγηση εναλλάσσεται με μαεστρία από το τρίτο πρόσωπο -του παντογνώστη αφηγητή- στο πρώτο πληθυντικό των Μητέρων.

Η Νάντια θα φύγει από την πόλη της για να σπουδάσει, έχοντας μέσα της ισχυρή την επιθυμία να ξαναφτιάξει τη ζωή της αλλού κι από την αρχή. Όμως, κάθε φορά που επιστρέφει, το παρελθόν και τα αναπάντητα ερωτήματα για την πράξη της μητέρας της, την κατατρέχουν, παλεύει να ξεπεράσει τους περιορισμούς που της θέτει η κλειστή, θρησκευτική αφοραμερικάνικη κοινότητα, μα κι ο ίδιος της ο εαυτός. Κάθε φορά τόσο εκείνη όσο κι ο Λουκ κι η Όμπρεϊ έρχονται αντιμέτωποι με τις συνέπειες των επιλογών τους και τον άγραφο νόμο ότι η αλήθεια -όσα χρόνια κι αν περάσουν- πάντα στο τέλος αποκαλύπτεται.

Για το νεαρό της ηλικίας της, η Μπένετ αποδεικνύεται επινοητική, δεινή ψυχογράφος των ηρώων της και με τις «Μητέρες» πραγματεύεται σε βάθος πολλά σημαντικά θέματα: τη σχέση με τον πατέρα και τη μητέρα, τον ρατσισμό, τη φιλία, τη θρησκευτική υποκρισία, το τίμημα της επιλογής, αλλά και τη δύναμη της θέλησης, την ικανότητα να χαράζεις τη δική σου τροχιά. Στην αφήγηση, βέβαια, κυριαρχεί η Μητέρα, ως παρουσία, έννοια, στοργή, συγχώρεση, παραίτηση.

Τα πιο δυνατά σημεία της ανάγνωσης ήταν για μένα το αφηγηματικό άλμα από τις «Μητέρες» στη φωνή του αφηγητή, όπως κι η έξοδος που επιλέγει η Μπένετ για το μυθιστόρημα της. Ομολογώ ότι δε μου μίλησε, όπως προφανώς θα μιλήσει σε έφηβους και νέους, στους οποίους θεωρώ ότι απευθύνεται. Για πρώτο μυθιστόρημα, βέβαια, από μία νέα συγγραφέα είναι πολύ καλογραμμένο κι αναπάντεχα αισιόδοξο.

υ.γ. Mama’s gonna make all your nightmares come true

(Visited 1,107 times, 2 visits today)

Leave A Comment

Your email address will not be published. Required fields are marked *