«Η μελαγχολία της Αντίστασης» και «Κῦδος»

Αυτόν τον μήνα ταξίδεψα στην Ουγγαρία με τη «μελαγχολία της αντίστασης», σε μία ανώνυμη πόλη της Νότιας Ευρώπης με το «κῦδος», στην Πολωνία με τα «Άπαντα» και στην Αυστρία με την «αγωνία του τερματοφύλακα». Για τα δύο τελευταία θα ακολουθήσουν ξεχωριστές αναρτήσεις, απλά να αναφέρω ότι μαγέυτηκα με τον Σουλτς κι ότι πρόκειται για ένα από τα σπουδαιότερα βιβλία της χρονιάς.

«Η μελαγχολία της αντίστασης», szló Krasznahorkai

Μετάφραση: Ι. Αβραμίδου, Εκδόσεις Πόλις, 2016

Με αυτό το εξαιρετικά γοητευτικό μυθιστόρημα, πρωτογνώρισα τον Λάσλο Κρασναχορκάι (1954), κατάλαβα γιατί θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους συγγραφείς του καιρού μας και θέλω τώρα να διαβάσω όλα τα βιβλία του. Στη «Μελαγχολία της αντίστασης» που εκδόθηκε το 1989, αποτυπώνει συγκλονιστικά την ανθρώπινη κατάσταση και το χάος που επικρατεί στις -παρηκμασμένες και ηθικά χρεοκοπημένες- σύγχρονες κοινωνίες, δημιουργώντας ένα υποβλητικό σκηνικό μίας επερχόμενης Αποκάλυψης.

Μεταφερόμαστε στα παγωμένα Καρπάθια, σε μία ομιχλώδη πόλη της Ουγγαρίας, που βρίσκεται υπό την απειλή μίας φρικτής επικείμενης καταστροφής, και βλέπουμε πώς αντιδρούν οι κάτοικοί της μπροστά στα παράξενα, μυστηριώδη κι ανησυχητικά γεγονότα που συμβαίνουν. Η κυρία Πφλάουμ, τρομοκρατημένη, γεμίζει το κελάρι της τρόφιμα και κλείνεται στο διαμέρισμά της. Η κυρία Έστερ, με νοσηρή δίψα για εξουσία, υφαίνει συνομωσίες για να εκμεταλλευτεί την κατάσταση προς όφελός της.

Ο Βάλουσκα, ο ταχυδρόμος, που θεωρείται διανοητικά καθυστερημένος, δεν έχει καταλάβει τι συμβαίνει μίας και τον συνεπαίρνει το έναστρο στερέωμα κι η απεραντοσύνη του σύμπαντος. Ο φίλος του ο κύριος Έστερ, αναγνωρισμένος μουσικός, μελετητής των ήχων και των μυστικών της μουσικής, έχει προ πολλού απομονωθεί, γιατί δεν άντεχε τη αξιοθρήνητη βλακεία, την αποχαύνωση, τη χυδαιότητα και τον παραλογισμό της ανθρωπότητας.

Ώσπου, έρχεται στην πόλη ένα τσίρκο -με ατραξιόν μία τεράστια φάλαινα κι ένα παράξενο πλάσμα με τρία μάτια, τον «Πρίγκηπα»- συνοδευόμενο από μια ομάδα ανενδοίαστων ταραχοποιών που σπέρνουν φόβο και προκαλούν δυσπιστία στους κατοίκους. Τότε, η απειλή παίρνει σάρκα κι οστά, επικρατεί αγριότητα και βία. Εκτός από την κυρία Έστερ που πετυχαίνει τον στόχο της, όλοι οι υπόλοιποι ήρωες δοκιμάζονται ·είτε έντρομοι ανακαλύπτουν με τον πιο βίαιο τρόπο όσα αγνοούσαν, είτε αναμετρώνται με τον εαυτό τους και τους εφιάλτες τους, είτε βιώνουν έμπρακτα το μίσος και την κακία, είτε αποδομούνται.

Η γραφή του Κρασναχορκάι, αλληγορική, ασθμαίνουσα, ποιητική, πυκνή, σαρωτική, συμπυκνώνει την αίσθηση του γενικού αποπροσανατολισμού, της βίας, του σκοταδισμού, της καταστροφικής μανίας. Με πολυπλόκαμες, δαντελωτές, υπνωτιστικές προτάσεις, με εναλλαγές ανάμεσα στην τριτοπρόσωπη αφήγηση και τον παραληρηματικό μονόλογο των ηρώων, με συμβολισμούς, πικρό χιούμορ, ολοζώντανες περιγραφές, καθηλώνει τον αναγνώστη. Ο Κρασναχορκάι διεισδύει στις σκέψεις και τον ψυχισμό των ηρώων του, νιώθει την υπαρξιακή τους αγωνία και τα αδιέξοδά τους. Τους περιγράφει, τους κατανοεί χωρίς να τους κρίνει, ακόμα κι όταν παραφέρονται ή ασχημονούν.

Ανάμεσα στους ήρωες ξεχωρίζουν εκείνοι που αντιστέκονται, ο Βάλουσκα κι ο κύριος Έστερ. Ο αυθεντικός και αθώα καλοσυνάτος Βάλουσκα που κυμαίνεται μεταξύ τρέλας και σοφίας (μας θυμίζει τον πρίγκηπα Μίσκιν), αντιστέκεται με τη γενναιοδωρία και την καθαρότητα του. Αντλεί ακλόνητη χαρά από την αρμονία του σύμπαντος, όμως, έρχεται η στιγμή που βλέπει για πρώτη φορά την αληθινή όψη των πραγμάτων και κλονίζεται ·γίνεται θύμα της κοινωνίας, λεία της φαυλότητας της.

Ο κύριος Έστερ, βαθύτατα απογοητευμένος από την αποτυχία και τη βλακώδη αλαζονεία του κόσμου, αντιστέκεται με το πνεύμα και την Τέχνη του. Τον αφυπνίζει η παρουσία του Βάλουσκα, η μαγευτική του απλοϊκότητα, βρίσκει στο πρόσωπο του «τη ζωντανή ενσάρκωση του αλτρουισμού» και την ελπίδα. Υπάρχουν πολλές σκηνές με αυτούς τους δύο ήρωες και τη συγκινητική, τρυφερή τους φιλία, που παγώνουν σαν πίνακες και σου μένουν χαραγμένες στον νου. Όπως εκείνη στο καφενείο όπου ο Βάλουσκα κάνει αναπαράσταση τις κινήσεις των ουράνιων σωμάτων ή εκείνη όπου περπατάει μαζί με τον κύριο Έστερ, -βοηθώντας τον και αγωνιώντας γι’ αυτόν- ανάμεσα στα συντρίμμια και τα σκουπίδια.

Ο Κρασναχορκάι θεωρεί το χάος ως τη φυσική κατάσταση της ανθρωπότητας, διαβλέπει με θλίψη πώς τίποτα δεν πρόκειται να αλλάξει, κι αν κάτι ίσως μπορεί να αλλάξει, αυτό είναι η στάση μας απέναντι στον κόσμο, τη ζωή και τον συνάνθρωπο. Μπορούμε να αντισταθούμε στο αδάμαστο χάος με όπλα, την καλοσύνη, τη φιλία, την Τέχνη, την αγάπη, να αποδεχθούμε τη φθορά του σώματος μας και να κοιτάξουμε πώς να διασώσουμε την ψυχή μας. Η «μελαγχολία της αντίστασης είναι ένα αριστουργηματικό, μεταμοντέρνο, σκοτεινό, αλληγορικό, βαθύτατα υπαρξιακό κι ανθρώπινο μυθιστόρημα. Σε θέλει αφοσιωμένο, σου επιβάλλει τον ρυθμό ανάγνωσής του, σου μεταδίδει την πικρία του. Σε συνταράσσει με τη δύναμη, τις εικόνες, τις ιδέες και την αλληλουχία των νοημάτων του, σου δείχνει πώς «κάθε κυρίαρχη ιδεολογία, κάθε έμμονη ιδέα, και κάθε κρίση -που δεν βλέπει τον κόσμο παρά μόνο μέσα από τις παρωπίδες που φόρεσε μόνη της-καταστρέφουν τη ζωή».

 υ.γ. Valuska

Κῦδος

«Κῦδος», Rachel Cusk, Μετάφραση: Α. Δημητριάδου, Εκδόσεις Gutenberg, 2019

Με το «Κῦδος» πέφτει η αυλαία για την ιδιαίτερη τριλογία της Κάσκ, που όσο -σε σημεία-με παραξένεψε άλλο τόσο με ενθουσίασε. Πραγματικά, η Κάσκ καταφέρνει με την υπέροχη, κομψή, ποιητική, βαθυστόχαστη γραφή και την αντισυμβατική ματιά της να μας κρατάει σε εγρήγορση. Παρά την υποτυπώδη πλοκή των βιβλίων, ακολουθούμε μία ηρωίδα -που μπορεί να είναι κι η ίδια η συγγραφέας-, η οποία ακούει τις αφηγήσεις ζωής των ανθρώπων που συναντάει, μα μιλάει ελάχιστα για τη δική της.

Γνωρίζουμε την ηρωίδα, τη Φαίη, πρώτη φορά στο «Περίγραμμα», όταν μετά από τον πρόσφατο χωρισμό της έρχεται στην Αθήνα για ένα σεμινάριο δημιουργικής γραφής, την ξαναβλέπουμε στη «Μετάβαση» που μετακομίζει με τα παιδιά της από την εξοχή στο Λονδίνο και προσπαθεί να φτιάξει τη ζωή της από την αρχή και τη συναντάμε χρόνια αργότερα στο «Κῦδος». Έχει παντρευτεί ξανά (όμως δεν αναφέρει περαιτέρω λεπτομέρειες για τον γάμο της), τα παιδιά της είναι πλέον έφηβοι και ταξιδεύει σε ένα λογοτεχνικό συνέδριο σε μία χώρα του ευρωπαϊκού Νότου, η οποία δεν κατονομάζεται. «Κῦδος» είναι μία πανάρχαια ελληνική λέξη που σημαίνει δόξα, τιμή κι όπως φαίνεται η Κάσκ σε αυτό το βιβλίο διερωτάται σχετικά με την έννοια της επευφημίας και της αναγνώρισης, για το τι εν τέλει αποκομίζουμε/κερδίζουμε στη ζωή και με ποιο τίμημα.

Η Kάσκ επανέρχεται σε θέματα και μοτίβα της τριλογίας σαν να κάνει ομόκεντρους κύκλους, συνδέει άμεσα ή έμμεσα τις οπτικές των ηρώων και τις ιστορίες τους, αλλά και τα σκηνικά όπου εκτυλίσσονται. Για να αναφέρω κάποια δείγματα, βλέπουμε και στο «Κῦδος» και στο «Περίγραμμα» ότι η εναρκτήρια συζήτηση γίνεται με τους συνταξιδιώτες της στο αεροπλάνο και παρότι είναι διαφορετικοί οι συνομιλητές της, οι ιστορίες τους έχουν πολλές ομοιότητες και συμβολισμούς. Επίσης και στα δύο βιβλία εμφανίζεται ο ίδιος ήρωας, ένας Ιρλανδός συγγραφέας, ο Ράιαν, που γνωρίστηκαν με τη Φαίη στην Αθήνα και συναντιούνται τυχαία ξανά. Εκείνος της διηγείται πώς άλλαξε άρδην η ζωή του και ανακαλύπτουμε το νήμα που συνέχει τις δύο αφηγήσεις του και το πώς η πρώτη προαναγγέλλει την τωρινή.

Στο «Κῦδος» η Φαίη συνομιλεί με εκδότες, συγγραφείς, αναγνώστες, δημοσιογράφους, με έναν ξεναγό και με τα παιδιά της -από το τηλέφωνο. Σε σχέση με τα άλλα βιβλία εδώ ακούγονται περισσότερες γυναικείες φωνές και στο επίκεντρο των συζητήσεων βρίσκεται η Λογοτεχνία. Οι παρευρισκόμενοι στο συνέδριο ξεδιπλώνουν μία ευρύτατη και ενδιαφέρουσα γκάμα απόψεων -συχνά αντικρουόμενων μεταξύ τους- για τη δημιουργία, τον ρόλο της Λογοτεχνίας, την απήχηση, την αξία της, τις απαιτήσεις του κοινού, τα κλασικά και τα σύγχρονα βιβλία, τη συγγραφή και πολλά ακόμα. Παράλληλα, οι τρεις δημοσιογράφοι που ξεκινάνε να πάρουν συνέντευξη από τη Φαίη καταλήγουν να φλυαρούν για τον εαυτό τους, τις ιδέες τους και τα κατορθώματά τους. Και, βέβαια, πάλι «ακούμε» καθημερινές ιστορίες για το περίπλοκο των ανθρώπινων σχέσεων, τις αποτυχίες, τους επώδυνους χωρισμούς, τη θέση της γυναίκας, τη μητρότητα, την ανατροφή των παιδιών, τη δικαιοσύνη, την ελευθερία, την απώλεια.

Ο νεαρός ξεναγός που συνοδεύει τη Φαίη από το φεστιβάλ στην πόλη αναφέρει ότι στο κολέγιο τούς απονέμουν ένα βραβείο «ένα για τον καλύτερο μαθητή κι ένα για την καλύτερη μαθήτρια» με το όνομα «κῦδος» και τη ρωτάει αν «υπάρχει πιθανότητα να δοθεί άδικα χωρίς να υπεισέλθει κακή πρόθεση». Θεωρώ ότι αυτό το ερώτημα διατρέχει το βιβλίο κι οι ιστορίες του φανερώνουν ότι υπάρχουν κάποιοι που οφείλουν τη δόξα και την αναγνώριση τους σε σημαντικούς άλλους, χωρίς τη βοήθεια των οποίων δε θα έφταναν εκεί που βρίσκονται· όπως υπάρχουν κι εκείνοι που παρά το τεράστιο σε αξία έργο τους δεν αναγνωρίζονται και μένουν πάντα στη σκιά, αφανείς.

Όσο για τη Φαίη, γνωρίζει καλά ότι για εκείνην δεν υπάρχει κανένα «κῦδος» κι έφοσον έχει συλλέξει (ακούσει και ζήσει) τόσες ιστορίες για τις διαπροσωπικές και οικογενειακές σχέσεις -γεμάτες προβλήματα, αδικίες, εμπόδια, αποτυχίες, εκδίκηση- δεν πιστεύει ότι θα αλλάξει κάτι στον σύγχρονο κόσμο, ο οποίος οδεύει παντοιοτρόπως από το κακό στο χειρότερο. Κι αυτή η οπτική συμπυκνώνεται στο αναπάντεχο κι απαισιόδοξο τέλος της τριλογίας, που στην αρχή μάς παραξενεύει. Όμως, νομίζω ότι μέσω του αρχετυπικού/συμβολικού σκηνικού που περιγράφει η Κάσκ αναδεικνύεται  η αγεφύρωτη απόσταση ανάμεσα στους άντρες και τις γυναίκες κι ο υπαινιγμός ότι για πάντα θα διαιωνίζεται.

Απολογισμός τριλογίας

Θεωρώ ότι η τριλογία της Κάσκ πετυχαίνει όσα υπόσχεται . Η κεντρική ηρωίδα υποχωρεί, αποστασιοποιείται και δίνει τη θέση της στις πρωτοπρόσωπες αφηγήσεις των συνομιλητών της που ξαναζωντανεύουν τα γεγονότα που συνέβησαν στις ζωές τους, αφού τους έχουν αφαιρέσει το κεντρί. Μέσα από τις -σουρεαλιστικές, υποβλητικές, κοινότυπες, εξωφρενικές-, ιστορίες αναδύονται πολλά ουσιαστικά θέματα. Όπως και μέσα από τη σιωπή, τις αντιδράσεις και τις παρατηρήσεις της ηρωίδας, αλιεύουμε τα στοιχεία που συνθέτουν τον χαρακτήρα της και κατανοούμε τον τρόπο που βλέπει τον κόσμο. Θεωρώ ότι η Κάσκ δεν έχει αφήσει τίποτα στην τύχη κι ότι κλείνει το μάτι στον αναγνώστη -τον προτρέπει να εμπλακεί- κι αν εκείνος ανταποκριθεί, του αποκαλύπτεται η ιδιαιτερότητα κι η γοητεία της τριλογίας. Ίσως γιατί καθημερινά ο ίδιος ο αναγνώστης αποδίδει το περίγραμμα του εαυτού του, κάνει στη ζωή τη μία μετάβαση μετά την άλλη, αποκομίζει ή όχι κάποιο κῦδος, πάντοτε με συγκεκριμένο τίμημα.

Οι αφηγήσεις ζωής των άλλων -που στην αρχή μου είχαν φανεί περίκλειστα υπαρξιακές κι αποκομμένες από το συλλογικό- απεικονίζουν την εποχή μας. Η Κάσκ μιλάει για τον κόσμο χωρίς να θίγει τα κακώς κείμενα, αλλά δείχνοντας τον τρόπο που ζουν και συμπεριφέρονται οι σύγχρονοι δυτικοί άνθρωποι, τις τραυματικές εμπειρίες και τις υπαρξιακές τους αγωνίες. Φορές η αφήγηση ομοιάζει με ψυχανάλυση, αλλά νομίζω ότι αυτό συμβαίνει λόγω της διεισδυτικής γραφής της Κάσκ, της ανάγκης να διαπεράσει την επιφάνεια και να αναδείξει όλες τις πλευρές της ανθρώπινης φύσης.

Φορές μας ξενίζει το ότι κάθε ήρωας που συναντάει για πρώτη φορά η Φαίη- είτε εργάτης, είτε εκδότης- δίνει την εντύπωση ότι είναι σοφός και πρόθυμος να αναλύσει τα γεγονότα της ζωής του και να ψυχογραφηθεί. Κάτι ανάλογο δε γίνεται στην πραγματικότητα, όμως θεωρώ ότι πρόθεση της Κάσκ είναι να μας δείξει πώς θα επιθυμούσε να ήταν.

Δηλαδή, θα ήθελε να «ανοίγονται» οι άνθρωποι στις συζητήσεις με τον άλλον, να παραδέχονται την πικρή τους αλήθεια, να εμβαθύνουν στην ουσία των πραγμάτων. Και το κυριότερο: να ακούνε. Όλοι επιθυμούν διακαώς να μιλήσουν, αλλά ελάχιστοι διατίθενται να ακούσουν. Χρειαζόμασταν, νομίζω, μία ηρωίδα-ακροάτρια να μάς υπενθυμίσει ότι «πάσχουμε από πλευρά ενσυναίσθησης κι αν τη διαθέταμε, θα μας διευκόλυνε να αντιληφθούμε ότι κατά βάση είμαστε όλοι ίδιοι».

υ.γ. Waltz

(Visited 558 times, 1 visits today)

Leave A Comment

Your email address will not be published. Required fields are marked *